Έναντι μαρτυρίας – Μαρία Κρασοπούλου

Εγώ την είδα.Τα μάτια της σκαμμένα.Ναυαγισμένα καράβια τα μάτια της .Είδα γυναίκας σκούρα φορεσιάνα άγει και να φέρει δεμάτια στεναγμών.Κλαράκι ήταν ή βράχος του βουνού;Σε ποιο όνομα τάχατες να ακούει;Στου κόσμου την σκουριασμένη κολυμπήθρα«αγάπη» την βαφτίζανε.Το σταυρουδάκι της θεριό έφτανε ως τη στέγηνα έχουν ντροπής κοκκίνισμα μάγουλα Γολγοθάδες.Εγώ την είδα.Τις μέρες άναβε καντηλέριαστα πεθαμένα τηςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Έναντι μαρτυρίας – Μαρία Κρασοπούλου».

Allegro ~ Μαρία Κρασοπούλου

Γρήγορα γρήγορα μπουσούλησα τον κόσμο.Γρήγορα γρήγορα τις γλώσσες του μίλησα.Και να’μαι Άμαθη.Όμοροι νεοσσοί με ένταλμα κατεπείγον με έσπρωξαν απ΄τη φωλιά~κι αίφνης στα τσακίδια και στα τσακίσματαμε το ταχύ δρομολόγιο πήγα.Και να’μαι Ασυνόδευτη.Στα γλυκύτατα λάθη συντόμευσα την πίκρακι ούτε που πρόλαβα να δω της ζήσης μου την όψη.Και να’μαι Ανεπίδοτη.Γοργά κι όλο γοργά άφηνα ψίχουλα σταΣυνεχίστε να διαβάζετε «Allegro ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Ιστορία χειροποίητη- Μαρία Κρασοπούλου

Μιαν ιστορία θέλω. Χειροποίητη.Αυτόφωτη την θέλω.Καθόλου φως που το διαδέχεται μια λάμψη.Θέμα η αγάπη ως έχει.Παραδείγματος να έχει τέλος όμορφοχάριν ομορφιάς.Όπως φερειπείν συμβαίνει στις αγάπεςπου δεν έκατσε πάνω τους η ζωή με τα βαριά της κόκαλα.Θα σου πω εκείνη με το κορίτσι.Εκείνη με την αγκαλιά.Ξέρεις παιδί μου τι ζαχαρένιο κελί είναι η αγκαλιά;Κλείστηκε μέσα μιαΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ιστορία χειροποίητη- Μαρία Κρασοπούλου».

Άρτι αφιχθέν ~ Μαρία Κρασοπούλου

Μεσονύχτι θερινών αγρυπνιών,το άρτι αφιχθέν χαιρετίζω σάρκινο φάντασμα.Δεισιδαίμονες νύξεις ~μη μένεις μόνος στο κερί του αποσπερίτη~ δενπιάστηκαν ποτέστο κασελάκι του φόβου μου.Έχω ένα κοιμητήρι στον θώρακα.Κανονικό, με τους άσπρους του σταυρούς.Με τα καθαρτικά του δάκρυα στις μαρμάρινεςπροεξοχές.Ποια φοβέρα να με βολέψει εμένα στο τηγάνι της;Έχω λέξεις εγώ λειτουργήσει εντός μου.Χώματα έχω πετάξει στων πιο πικρώνΣυνεχίστε να διαβάζετε «Άρτι αφιχθέν ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου

Όσα θυμάμαι θα σου πω.Μια φορά κι ένα καιρόμε νανούριζε με εμβατήρια.Όταν γεννιόμουν με έβαζεκλωστίτσα στο σταυρό τηςκαι των ματιών της το θαλασσινόστο κόρφο μου φύτευε πετράδι.Μου άλλαζε βήματα.Μου μάθαινε το μολύβι.Γέμιζε το στόμα μου μαστόκαι μάνα δεν την είπα.Από την ιστορία της έναν μονάχασυγκράτησα πλαγιότιτλο.Έναν κι εκείνον μισιακό,κάποιο αιτιατό πλουμιστόαπ’ τα «γιατί» και ταΣυνεχίστε να διαβάζετε «Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου

Στα πλάτια της ψυχής μου,μια σκουριά το μέταλλο μέμφεται.Παραλλάσει τη γεύση της σιωπής,όταν η γλύκα μου όξινη κοιμάται.Οξειδωμένες οι νύχτεςγυαλίζουν στη κουδουνίστρα.Στο κρεσέντο του πυρετούόταν διαστέλλονται οι μνήμες,τότε ακούω τον χαμό.Τρίζει.Γκρινιάζει ο χρόνος όταν πεθαίνει.Μοιρολογά λόγια που ξέμειναν στο βλέμμααπό γεννήσεως κόσμου.Κι είναι σκουριά τα μάτια μου.Είναι σκουριά τα χέρια.Κι όπου κοιτώ,καράβια με τις λαμαρίνεςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου

Να ‘χεις σωρό τα ασημοκάντηλα στη δούλεψη σου.Στις αντιξοότητες φερέγγυοςνα’σαι τεχνίτης.Γυναικόπαιδα ραμμέναστις τραχιές σου χέρες.Ο επιούσιος στα μαυρισμένασου νύχια να λουφάζει για να μοιραστεί.Κι ενώ τακτικά πηγαίνεις εκκλησιάδεν ξόρκισες ακόμα τα σκιάσματα.Εκείνες τις πλαστελίνεςστην γλυψιά του τοίχουπου παίρνουν ότι σχήμα θέλουνστις εργατοώρες σου.Φτερά νευρικά,συγκαταβάσεις και αγγαρείεςτρεμοπαίζουν στον μπερντέ.Ποινές αθώων στα χειρουργικά τραπέζια των εφετείων.Τραγούδια κιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή

Σε τούτο το νησίτα καλντερίμια και τα χαμόγελατα’ χω ασπρίσει κρυφά με το φως σουΤα γαλάζια του μάνταλα, τις πόρτες σε ρυθμό ελληνικόγια να σου μοιάζουν Η θάλασσα μού δάνεισε ένα κοχύλι της –δε σ’το’πα-κι έτσι μπορώ να ονειρεύομαι τον οίστρο της φωνής σουΤης έδωσα μια χούφτα υπομονή, μου υποσχέθηκε πως θα σε περιμένει μαζίΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή».

Φωτόγνωση – Αθανασία Γιασουμή

Ανάμεσα σε κύκνους και σατύρουςχίλιων ετών γεννήθηκαβρέφος στα χέρια σου Από ανθρώπους κηλιδώθηκαπου ξέραν μόνοτη «στιγμή» και το «πάει» Κι όμως εσύ με κράτησεςμου μάθαινες να συλλαβίζω τ’ όνομά μου Όταν τα βράδια ο θάνατος συνέχιζε να ανάβει τα καντήλιαστους νεκρούς τουέτσι που φωτιζότανε το σκότοςμε το γλυκό τραγούδι των αηδονιώνκι έβλεπες κάτοπτρα παντού τουΣυνεχίστε να διαβάζετε «Φωτόγνωση – Αθανασία Γιασουμή».

Ήλιος ιδιόκτητος – Μαρία Κρασοπούλου

Όχι φίλε μου.Ο ήλιος αυτός είναι της αυλής μου.Με συμβόλαια απαρχαιωμένα μου ανήκει.Εμένα με τα φλόγιστρα του αρρωσταίνει περιοδικά.Το καλό του υποταχτικό.Εμένα καίει ως εκεί που σπλαχνίζουν τα σπλάχνα μου τη ζωή.Ως την κερκόπορτα της βράσης πάμε αγκαζέ κι ως το σούρουπο τρέχουν ταπτητικά μου υγρά. Αυτός ο ήλιος είναι η κάφτρα των μικρών καιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ήλιος ιδιόκτητος – Μαρία Κρασοπούλου».