Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου

Όσα θυμάμαι θα σου πω.Μια φορά κι ένα καιρόμε νανούριζε με εμβατήρια.Όταν γεννιόμουν με έβαζεκλωστίτσα στο σταυρό τηςκαι των ματιών της το θαλασσινόστο κόρφο μου φύτευε πετράδι.Μου άλλαζε βήματα.Μου μάθαινε το μολύβι.Γέμιζε το στόμα μου μαστόκαι μάνα δεν την είπα.Από την ιστορία της έναν μονάχασυγκράτησα πλαγιότιτλο.Έναν κι εκείνον μισιακό,κάποιο αιτιατό πλουμιστόαπ’ τα «γιατί» και ταΣυνεχίστε να διαβάζετε «Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου

Στα πλάτια της ψυχής μου,μια σκουριά το μέταλλο μέμφεται.Παραλλάσει τη γεύση της σιωπής,όταν η γλύκα μου όξινη κοιμάται.Οξειδωμένες οι νύχτεςγυαλίζουν στη κουδουνίστρα.Στο κρεσέντο του πυρετούόταν διαστέλλονται οι μνήμες,τότε ακούω τον χαμό.Τρίζει.Γκρινιάζει ο χρόνος όταν πεθαίνει.Μοιρολογά λόγια που ξέμειναν στο βλέμμααπό γεννήσεως κόσμου.Κι είναι σκουριά τα μάτια μου.Είναι σκουριά τα χέρια.Κι όπου κοιτώ,καράβια με τις λαμαρίνεςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου

Να ‘χεις σωρό τα ασημοκάντηλα στη δούλεψη σου.Στις αντιξοότητες φερέγγυοςνα’σαι τεχνίτης.Γυναικόπαιδα ραμμέναστις τραχιές σου χέρες.Ο επιούσιος στα μαυρισμένασου νύχια να λουφάζει για να μοιραστεί.Κι ενώ τακτικά πηγαίνεις εκκλησιάδεν ξόρκισες ακόμα τα σκιάσματα.Εκείνες τις πλαστελίνεςστην γλυψιά του τοίχουπου παίρνουν ότι σχήμα θέλουνστις εργατοώρες σου.Φτερά νευρικά,συγκαταβάσεις και αγγαρείεςτρεμοπαίζουν στον μπερντέ.Ποινές αθώων στα χειρουργικά τραπέζια των εφετείων.Τραγούδια κιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή

Σε τούτο το νησίτα καλντερίμια και τα χαμόγελατα’ χω ασπρίσει κρυφά με το φως σουΤα γαλάζια του μάνταλα, τις πόρτες σε ρυθμό ελληνικόγια να σου μοιάζουν Η θάλασσα μού δάνεισε ένα κοχύλι της –δε σ’το’πα-κι έτσι μπορώ να ονειρεύομαι τον οίστρο της φωνής σουΤης έδωσα μια χούφτα υπομονή, μου υποσχέθηκε πως θα σε περιμένει μαζίΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή».

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση» – Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξεραπὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρεςτοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζονταςμὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,μὲς ἀπὸ σένα – πλησιάζουν τὰ πράγματα,γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα –τώρα μπορῶν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλωσ᾿ εὐθεῖεςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση» – Νικηφόρος Βρεττάκος».

Ζαχαρίας Σώκος – Το μολύβι

Αχ, ενεστώτα της βροχής, με το μολύβι θα σε ντύνω οι επιθυμίες να λιγοψυχούν ζάρια σαν παίζουν με τον χρόνο. Το μελάνι αντέχει επώδυνα αιχμάλωτο σε κρατάει, αν ίσως κάποτε συρθείς βορά μιας λύπης, μιας αιμόπτυσης, μιας έστω ανοίκειας ομολογίας. Το μολύβι μοίρα χοϊκή, έρχεται και φεύγει, το ίχνος του μετακλητό, μια υποψία, μια δίμετρηΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ζαχαρίας Σώκος – Το μολύβι».

ΕΓΩ ΚAI Η ΣΙΩΠΗ -Ελένη Βαρθάλη

Έχουμε πολύ μιλήσει εγώ και η σιωπή.Σ’ αυτό το βαθύ πηγάδι,που νυχτώνουν λευκά πουλιάραμφίζοντας την ερήμωση,την ακούω κι ακούγομαι καλύτερα,ίσως γιατίγειτνιάζει με το περίβλημα ενός κόσμουπέρα απ’ το ορατό,εκεί όπου επικονιάζονται οι λέξεις και τα πράγματασυνθέτοντας το μέσα φέγγοςόταν η ζωήμας λησμονεί και μας στερεύει,χωρίς να μας στεγνώνει. Μια μέρα θα μεγαλώσουμε σ’ έναν κόσμοστεφανωμένοΣυνεχίστε να διαβάζετε «ΕΓΩ ΚAI Η ΣΙΩΠΗ -Ελένη Βαρθάλη».

Εμιγκρέδες ~ Μαρία Κρασοπούλου

Σπάει στο χώμα το ρόδι.Σκάγια κοκκινωπά και μπίλιες ασημένιεςτρυπώνουν στα παιχνίδια τους,στο νερό τους,βάφουν τον παιδικό τους τοίχο.Ένας μπόγος γίνονται.Ένα δεμάτι για τη φευγάλακι ύστερα η θάλασσακι ένα ταμπούρο στη καρδιά τους.Ύστερα η θάλασσα αναδεύεταιστης μάνας τους το δάκρυ.Ύστερα το αλάτι, κρίμα λευκόστο πιάτο σου.Θεέ μου, μη κοιμηθείς απόψε. Εμιγκρέδες ~ Μαρία Κρασοπούλου από τηνΣυνεχίστε να διαβάζετε «Εμιγκρέδες ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Στις μύτες

Άραγε υπήρξεςΕκείνη η άνοιξη ήταν αυτού του κόσμου;Τα μεσημέρια κάτω από τον ήλιο του ΑπρίληΣτο κατώφλι της αιώνιας μέθηςΤης αιώνιας υπόσχεσηςΑδυναμίαΤο δεύτερο όνομα του ανθρώπουΦόβοςΤο μεσαίο του όνομαΚαι το πρώτο η αγάπηΣηκώνεται στις μύτες να δειΝα την δουνΠίσω από τόσα ονόματαΠισω από τόσες στρώσεις πραγματικότηταςΚαι λέει , μα λίγοι την πιστεύουν.Πως μόνο αυτήΠως μόνο αυτήΣυνεχίστε να διαβάζετε «Στις μύτες».

Πωλ Ελυάρ – Δυνατά

Δυνατά ΔυνατάΥψώθηκε η ευκίνητη αγάπηΜε λάμψεις τόσο λαμπερέςΠου το μυαλό μες τη σοφίτα τουΤρόμαξε να παραδεχτεί τα πάντα.ΔυνατάΤου αίματος όλα τα κοράκια κάλυψανΆλλων γεννήσεων τη μνήμηΈπειτα συγκλονισμένα μες στο φωςΤυλιγμένο σε φιλιά το μέλλον.Αδύνατη αδικία στο κόσμο μια ύπαρξη μονάχηΗ αγάπη διάλεξε αγάπη δίχως πρόσωπο ν ’αλλάξει.

ΕΚΔΙΚΗΣΗ – Βέρα Βασιλείου – Πέτσα

Με ήλιο αφιλτράριστονερό φαρμακωμένοσε βραγιές ανάμεσαβιασμένοι σπόροι βλασταίνουν-σαν την ελπίδα στα χαλάσματα-ανθοβολούν.Γη τρομοκρατημένηζείδωροι ακόμα οι καρποί σουώρα που ο χρόνος παρακολουθείτοκετούς της φύσης-με ολοένα αυξανόμενες καισαρικές τομές-προετοιμάζοντας την εκδίκησή της. Β.Β.( από την ποιητική συλλογή »Σαράντα μίλια σιωπή» εκδ. Ιωλκός, 2011)

Φωτόγνωση – Αθανασία Γιασουμή

Ανάμεσα σε κύκνους και σατύρουςχίλιων ετών γεννήθηκαβρέφος στα χέρια σου Από ανθρώπους κηλιδώθηκαπου ξέραν μόνοτη «στιγμή» και το «πάει» Κι όμως εσύ με κράτησεςμου μάθαινες να συλλαβίζω τ’ όνομά μου Όταν τα βράδια ο θάνατος συνέχιζε να ανάβει τα καντήλιαστους νεκρούς τουέτσι που φωτιζότανε το σκότοςμε το γλυκό τραγούδι των αηδονιώνκι έβλεπες κάτοπτρα παντού τουΣυνεχίστε να διαβάζετε «Φωτόγνωση – Αθανασία Γιασουμή».

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνησηΆδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σουΟ τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιανανάμνηση θυσίας. Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχηςΜια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπιαΟι νικημένοι στρατιώτεςΟι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομαΤο γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσονΣυνεχίστε να διαβάζετε «Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»».

Ήλιος ιδιόκτητος – Μαρία Κρασοπούλου

Όχι φίλε μου.Ο ήλιος αυτός είναι της αυλής μου.Με συμβόλαια απαρχαιωμένα μου ανήκει.Εμένα με τα φλόγιστρα του αρρωσταίνει περιοδικά.Το καλό του υποταχτικό.Εμένα καίει ως εκεί που σπλαχνίζουν τα σπλάχνα μου τη ζωή.Ως την κερκόπορτα της βράσης πάμε αγκαζέ κι ως το σούρουπο τρέχουν ταπτητικά μου υγρά. Αυτός ο ήλιος είναι η κάφτρα των μικρών καιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ήλιος ιδιόκτητος – Μαρία Κρασοπούλου».

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ – ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ

Μεξικό, 1957 Μιά ιτιά κρυστάλλινη, μιά λεύκα από νερό,ένα ψηλό σιντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεταικαι πάντα καταφθάνει:                                                     μιά ειρηνική τροχιάάστρου ή άνοιξης χωρίςΣυνεχίστε να διαβάζετε «ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ – ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ».

Βέρα Βασιλείου -Πέτσα – Γυναίκα

Γυναίκα Πορεύομαι αθώα προς το δρόμο των πληγώνκαθώς οι Φαρισαίοιτεντώνουν το σχοινί τού σαστισμένου συκόδεντρου.Αγέρωχοςεποπτεύεις την πομπήκαι κράζεις »εκ γυναικός τα χείρω».Αμετανόητητην κεφαλή θα στρέψωγια το » και εκ γυναικός τα κρείττω».Της δύναμής μου ορισμόςαιώνιος. Β.Β.(από την ποιητική συλλογή » βορεινό παράθυρο» εκδ.Μετρονόμος, 2015)