Ο Μύθος του Δέντρου – Ελένη Βαρθάλη

Το δέντρο του διπλανού χειμώνα ήταν παράξενο, ήταν το δέντρο που κάποτε μέσα του χιόνισε. Οι ξυλοκόποι λένε πως συχνά το άκουγαν να τραγουδά στις σκαλωσιές τ’ ανέμου, να παιχνιδίζει με τις κορυφές. Λένε, μάλιστα, πως όταν λευκές βάφονταν οι νύχτες το είδαν και να πετά. Από τότε, ίσως, γεννήθηκε ο μύθος πως τέτοια παράξεναΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ο Μύθος του Δέντρου – Ελένη Βαρθάλη».

Ταξίδι – Τίτος Πατρίκιος

Έσπαγα το κορμί σου σα ζαχαροκάλαμοσε κάθε κόμπο κάθε άρθρωσηρουφώντας από τις ρωγμές χυμό.Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέριαμε σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σουτην αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχταςκαι με ταξίδευες όλο το δρόμοαπό το αγρίμι ως τον άνθρωπο.

Εναπομείναντες..

Μείναμε μονάχοιστης ζωής το τραχύ μονοπάτι.Συχνές κατολισθήσειςεπικίνδυνες υποτροπέςστη θύμησή τους. Τα κάδρα παγώσανοι φλόγες σβηστήκανκι όμωςο χορός τουςήταν ολοζώντανα φονικός. Μείναμε μονάχοιμα πιο συντροφικοί από ποτέ.Την αγκαλιά της ύπαρξηςγευτήκαμεκαι την αθανασία. Ποιος ξέρει;Ίσως σμίξουμε κάποτενα αφηγηθούμε ιστορίεςαπό το τώρα και το πριν,σ’ ένα μετά ολοδικό μας.

[Είμαστε κάτι..]-Κώστας Καρυωτάκης

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει, στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες. Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες. Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη, στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει, μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες. Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε. Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις. Στο σώμα, στηνΣυνεχίστε να διαβάζετε «[Είμαστε κάτι..]-Κώστας Καρυωτάκης».

Ανάμνηση..

Θυμάμαι τα καλοκαίρια στο χωριό. Ο τόπος μύριζε θυμάρι και ρετσίνι. Δρόμοι στενοί , παλιοί δρόμοιμες του Ιούλη την πυρά τους περπατούσαμεξυπόλητοι και γυμνοί στα λιόδεντρα ανάμεσα,τραγουδιστές και σύντεχνοι των τζιτζικιώνμε τα ψάθινα καπέλα. Τα μεσημέρια,το φωτοστέφανο του ιδρώτα να μας σκέπεικαι τ’ απογεύματα γλυκόφιλος αέρας καταπρόσωπος . Λυτά μαλλιά, λιτή ομορφιά. Θυμάμαι να ξαπλώνουμεΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ανάμνηση..».

Άρτι αφιχθέν ~ Μαρία Κρασοπούλου

Μεσονύχτι θερινών αγρυπνιών,το άρτι αφιχθέν χαιρετίζω σάρκινο φάντασμα.Δεισιδαίμονες νύξεις ~μη μένεις μόνος στο κερί του αποσπερίτη~ δενπιάστηκαν ποτέστο κασελάκι του φόβου μου.Έχω ένα κοιμητήρι στον θώρακα.Κανονικό, με τους άσπρους του σταυρούς.Με τα καθαρτικά του δάκρυα στις μαρμάρινεςπροεξοχές.Ποια φοβέρα να με βολέψει εμένα στο τηγάνι της;Έχω λέξεις εγώ λειτουργήσει εντός μου.Χώματα έχω πετάξει στων πιο πικρώνΣυνεχίστε να διαβάζετε «Άρτι αφιχθέν ~ Μαρία Κρασοπούλου».

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ – Ελένη Βαρθάλη

Στη χώρα της αθωότητας και της φθοράς γεννιούνταν οι έρωτες των ποιητών και θα ξέρεις ήδη αγάπη μου πως μυρίζω μελάνι και θάνατο από εφημερεύοντα αισθήματα που κοχλάζουν στους αρμούς. Μας πλησιάζει η αδιάλειπτη νύχτα κι εγώ δεν έχω να σου προσφέρω παρά μία πρόσκαιρη ομορφιά, απ’ τις εξεγέρσεις του σώματος κι απ’ των ψυχώνΣυνεχίστε να διαβάζετε «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ – Ελένη Βαρθάλη».

Ηλίας Παπακωνσταντίνου – Χρόνος Κλεμμένος

Χρόνος κλεμμένος ξεσπά σε ρυτίδεςσε κάποιες νύχτες με φώτα θαμπά,φυλακισμένες δεν ζουν οι αχτίδεςκι ούτε με λόγια αδειανά. Χρόνος κλεμμένος κυλιέται στη στάχτηκαι των χειλιών σου το χρώμα διψά,τι δεν αφήνει να δουν την ανάγκηκι άπιαστα που ‘ν’ τα πουλιά. Βάζουνε πλώρη εκείνα τα βάρηπου δεν πιστέψαν ποτέ στην αγάπηκι είπα εμένα ποιος θα μεΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ηλίας Παπακωνσταντίνου – Χρόνος Κλεμμένος».

Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου

Όσα θυμάμαι θα σου πω.Μια φορά κι ένα καιρόμε νανούριζε με εμβατήρια.Όταν γεννιόμουν με έβαζεκλωστίτσα στο σταυρό τηςκαι των ματιών της το θαλασσινόστο κόρφο μου φύτευε πετράδι.Μου άλλαζε βήματα.Μου μάθαινε το μολύβι.Γέμιζε το στόμα μου μαστόκαι μάνα δεν την είπα.Από την ιστορία της έναν μονάχασυγκράτησα πλαγιότιτλο.Έναν κι εκείνον μισιακό,κάποιο αιτιατό πλουμιστόαπ’ τα «γιατί» και ταΣυνεχίστε να διαβάζετε «Πλαγιότιτλος ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου

Στα πλάτια της ψυχής μου,μια σκουριά το μέταλλο μέμφεται.Παραλλάσει τη γεύση της σιωπής,όταν η γλύκα μου όξινη κοιμάται.Οξειδωμένες οι νύχτεςγυαλίζουν στη κουδουνίστρα.Στο κρεσέντο του πυρετούόταν διαστέλλονται οι μνήμες,τότε ακούω τον χαμό.Τρίζει.Γκρινιάζει ο χρόνος όταν πεθαίνει.Μοιρολογά λόγια που ξέμειναν στο βλέμμααπό γεννήσεως κόσμου.Κι είναι σκουριά τα μάτια μου.Είναι σκουριά τα χέρια.Κι όπου κοιτώ,καράβια με τις λαμαρίνεςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Οξείδωση ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου

Να ‘χεις σωρό τα ασημοκάντηλα στη δούλεψη σου.Στις αντιξοότητες φερέγγυοςνα’σαι τεχνίτης.Γυναικόπαιδα ραμμέναστις τραχιές σου χέρες.Ο επιούσιος στα μαυρισμένασου νύχια να λουφάζει για να μοιραστεί.Κι ενώ τακτικά πηγαίνεις εκκλησιάδεν ξόρκισες ακόμα τα σκιάσματα.Εκείνες τις πλαστελίνεςστην γλυψιά του τοίχουπου παίρνουν ότι σχήμα θέλουνστις εργατοώρες σου.Φτερά νευρικά,συγκαταβάσεις και αγγαρείεςτρεμοπαίζουν στον μπερντέ.Ποινές αθώων στα χειρουργικά τραπέζια των εφετείων.Τραγούδια κιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Χειρονάκτης ~ Μαρία Κρασοπούλου».

Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή

Σε τούτο το νησίτα καλντερίμια και τα χαμόγελατα’ χω ασπρίσει κρυφά με το φως σουΤα γαλάζια του μάνταλα, τις πόρτες σε ρυθμό ελληνικόγια να σου μοιάζουν Η θάλασσα μού δάνεισε ένα κοχύλι της –δε σ’το’πα-κι έτσι μπορώ να ονειρεύομαι τον οίστρο της φωνής σουΤης έδωσα μια χούφτα υπομονή, μου υποσχέθηκε πως θα σε περιμένει μαζίΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ονειρονήσι, της Αθανασίας Γιασουμή».

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση» – Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξεραπὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρεςτοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζονταςμὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,μὲς ἀπὸ σένα – πλησιάζουν τὰ πράγματα,γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα –τώρα μπορῶν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλωσ᾿ εὐθεῖεςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση» – Νικηφόρος Βρεττάκος».

Ζαχαρίας Σώκος – Το μολύβι

Αχ, ενεστώτα της βροχής, με το μολύβι θα σε ντύνω οι επιθυμίες να λιγοψυχούν ζάρια σαν παίζουν με τον χρόνο. Το μελάνι αντέχει επώδυνα αιχμάλωτο σε κρατάει, αν ίσως κάποτε συρθείς βορά μιας λύπης, μιας αιμόπτυσης, μιας έστω ανοίκειας ομολογίας. Το μολύβι μοίρα χοϊκή, έρχεται και φεύγει, το ίχνος του μετακλητό, μια υποψία, μια δίμετρηΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ζαχαρίας Σώκος – Το μολύβι».