«On-Off» ~ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Κάποτε, υπήρξε ένα μικρούλι φως που ολοένα και μεγάλωνε. Στην αρχή ήταν κερί. Μετά ήλιος. Μετά Θεός. Ύστερα ποίημα που περιέγραφε το Θεό. Ύστερα πατέρας που διάβασε το ποίημα στην κόρη του. Ύστερα δάκρυ συγκίνησης της κόρης που έτυχε να ακούσει το ποίημα  υπό τον ήχο της βροχής. * Κάποτε, υπήρξε μια μικρή σταγόνα πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««On-Off» ~ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ».

Τάσος Λειβαδίτης – Παραμονή Χριστουγέννων

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή. Έχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακί της νύχτας θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανήΣυνεχίστε να διαβάζετε «Τάσος Λειβαδίτης – Παραμονή Χριστουγέννων».

«Πραμάτεια» – Μαρία Κρασοπούλου

Είναι κι αυτοί οι τρελοί σαλτιμπάγκοι.Άτοποι, άχρονοι λαχειοπώλεςστους μεγάλους ίσκιους των πολυκατοικιών.Γράφουνε ποιήματα γιατί δε νογάνενα φωνάξουν την πραμάτεια τους.-Πάρε κόσμε! Κάθε μέρα κληρώνεικι από μια νέα γρατζουνιά.-Πάρε κόσμε! Θρόμβος γίνεται τοαίμα που θρονιάζεται εντός των λυπημένων.Πάρε κόσμε! Την θέλεις πάντα μια πληγή.Κάτι να επουλώνεις. Από την ποιητική συλλογή «Το ύστερα του κόσμου» Εκδόσεις 24Συνεχίστε να διαβάζετε ««Πραμάτεια» – Μαρία Κρασοπούλου».

ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ – Ελένη Βαρθάλη

Σ’ έστειλα στη μάνα σουμια μέρα μεσημέρικαι τα παπούτσια σου ‘δωσαμια και καλή στο χέρι. Άφησες για εκδίκησητο μάτι αναμμένο,ατάιστη τη γάτα μας,το πιάτο πεταμένο. Απ’ τη μεγάλη ζήλια σουμου ‘βαλες χαλινάριμ’ αντί να βογκάει ο γάιδαροςβογκούσε το σαμάρι. Κάλιο γυναίκα ναυτικούνα ήμουν η καημένηπαρά τρελή και άγευστησαν μπάμια μαραμένη. Έλεγες πάω για δουλειάτι κάνωΣυνεχίστε να διαβάζετε «ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ – Ελένη Βαρθάλη».

Άνεμος του Νοεμβρίου-Tάσος Λειβαδίτης

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμετις κουρτίνεςγιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχειαιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματαπου τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τηΣυνεχίστε να διαβάζετε «Άνεμος του Νοεμβρίου-Tάσος Λειβαδίτης».

Ποίηση και Χρόνος (Νέο Κύμα, Η άλλη Κύπρος)

Πέντε άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών απαγγέλλουν ποιήματά τους και συζητούν για τη σχέση που συνδέει την ποίηση με τον χρόνο: •Μαρία Α. Μίτλεττον • Γιώργος Σαράτσης • Ελένη Βαρθάλη • Ανδρέας Καρακόκκινος • Μαρία Κρασοπούλου Τον συντονισμό της συζήτησης κάνει η Αθανασία Γιασουμή, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και ποιήτρια. Η ποίηση είναι δημιουργία και εσωτερικήΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ποίηση και Χρόνος (Νέο Κύμα, Η άλλη Κύπρος)».

Ο άνθρωπος με τη μάσκα – Γιώργος Φραγκούλης

Τριγυρισμένος από όψιμες σκέψεις Κίτρινο κερί στην κορυφή μιας νύχτας καλοκαιρινής Ο ανθρωπος με τη μάσκα και τα μάτια τα σταχτιά Την εικόνα του ζωγράφιζε ξανά και ξανά. Δοκίμαζε σταδιακά ελευθερίες, Λιγωμένος από την άρυθμη συνέχεια Με δόση ευμάρειας που μόνο οι γεωμετρίες φέρνουν Και γκριζα τελειώματα – στρατιωτικοί σχηματισμοί για τα κενά της μνήμηςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ο άνθρωπος με τη μάσκα – Γιώργος Φραγκούλης».

Επόμενη στάση;

Διασχίζω την μεγάλη λεωφόρο. Επιβατικό εξπρές και παράθυρο πιτσιλωτό. Η ομορφιά της ευθείας είναι ξεχωριστή. Δεν έχει τον μόχθο του αναβάτη ούτε την ανία της εύκολης μετάβασης. Είναι περιπλάνηση του αναζητητή. Στάση 1η . Θα αναπνεύσω. Χώμα και πράσινο παντού. Σκέφτομαι να σταθώ στο παγκάκι, το επιχειρώ μα τελικά θα στρίψω στο επόμενο. Έκλεισε τοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Επόμενη στάση;».

Τα αντικλείδια – Γιώργης Παυλόπουλος

Ἡ Ποίηση εἶναι μιά πόρτα ἀνοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουντίποτα καί προσπερνοῦνε. Ὃμως μερικοί κάτι βλέπουν, τό μάτι τους ἁρπάζει κάτικαί μαγεμένοι πηγαίνουνε να μποῦν. Ἡ πόρτα τότε κλείνει. Χτυπᾶνε μά κανείς δέν τούς ἀνοίγει. Ψάχνουνε γιά τό κλειδί. Κανείς δεν ξέρει ποιός τό ἒχει. Ἀκόμη καί τή ζωή τους κάποτε χαλᾶνε μάταιαΣυνεχίστε να διαβάζετε «Τα αντικλείδια – Γιώργης Παυλόπουλος».

Σοκολάτες πολυτελείας

Καθίσαμε που λες ο ένας αντίκρυ στον άλλονδροσερό απόγευμα τ’ Αυγούστου κείνοπου έσμιξε τις καρδιές.«Καλή μου φίλη» είπε,και τα μάτια του ήδη με ταξίδευαν. Άλλες οι εποχές εκείνεςκι άλλη η ζωή,μα βλέπω το περιτύλιγμα ακόμη,το θολωμένο τζάμικαι τις σοκολάτες πολυτελείας. Γαρνιτούρα στο τζάκι του παππούη σταχτοφόρα ανάμνησηκι ασίγαστη η γλύκα από το κερασάκιπου μου λείπειΣυνεχίστε να διαβάζετε «Σοκολάτες πολυτελείας».

«Εκ-ποίηση» Μαρία Κρασοπούλου

Πουλώ τα ποιηματάκια μου χαλάλι κι όσο-όσοστην λαβή του σφυριούστο φαλιμέντο μου πάω ωραία και αγνή.Πουλώ τα ποιηματάκια μου.Πάρτε κόσμε είναι χλωρά,είναι ώριμα,είναι ξεγινομένα.Μοσχομυρίζουν γη,βρεγμένο ξύλοκαι σκουριά.Διαλέξτε τα μη ντρέπεστε. Πουλώ τα ποιηματάκια μουδραμάκια φωςοκάδες φωςδώρο και με το ζύγιστο τσιγκελάκι κρέμεταιεμένα η ψυχή μου. Μαρία Κρασοπούλου – Από την ποιητική συλλογή «Το ύστερα τουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Εκ-ποίηση» Μαρία Κρασοπούλου».

Του Αιγαίου – Οδυσσέας Ελύτης

Ο έρωτας. Το αρχιπέλαγος Κι η πρώρα των αφρών του Κι οι γλάροι των ονείρων του Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει Ένα τραγούδι Ο έρωτας Το τραγούδι του Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του Κι η ηχώ της νοσταλγίας του Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει Ένα καράβι Ο έρωτας Το καράβι του Κι η αμεριμνησιά των μελτεμιών του Κι ο φλόκος της ελπίδαςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Του Αιγαίου – Οδυσσέας Ελύτης».

Στα κύματα

Κολυμπούσε στ’ ανοιχτά κι είχε σωσίβιο μοναδικό την αγκαλιά του. Στη θάλασσά τους η τρικυμία ήταν φαινόμενο απλό, πρόδρομος της χαράς και της γαλήνης. Με τον ορίζοντα να φέγγει στα βαθιά σταθερός και γραμμικός αυτός, θολώνοντας την όποια ασυμμετρία. Κι όταν το κάδρο έγερνε ομόρφαινε το σύμπαν.

Απέραντη-Pablo Neruda

Βλέπεις αυτά τα χέρια; Έχουν μετρήσειτη γη, έχουν ξεχωρίσειτα ορυκτά από τα δημητριακά,έχουν κάνει ειρήνη και πόλεμο,έχουν καταρρίψει τις αποστάσειςόλων των θαλασσών και ποταμών,κι όμωςόταν σε διατρέχουνεσένα, μικρήσπειρί από στάρι, κορυδαλλέ,δεν φτάνουν να σε περικλείσουν,κουράζονται πλησιάζονταςτα δίδυμα περιστέριαπου αναπαύονται ή πετάν στο στήθος σου,διατρέχουν τις αποστάσεις των ποδιών σου,τυλίγονται στο φως της μέσης σου. ΓιαΣυνεχίστε να διαβάζετε «Απέραντη-Pablo Neruda».

Φθινοπωρινή ιστορία – Ξηρογιάννη Ασημίνα

23 ΜέρεςΞηρογιάννη Ασημίνα Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν!Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.Το ζήτημα είναι αν θα μας ξανάρθουν οι λέξειςή αν χάθηκαν για πάντα στους λαβυρίνθουςτων καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων. Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνηςπου την έλεγαν Λου.Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα τηςμόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανείπρολαβαίνοντας ακόμα και την ίδια τη νύχτα.Συνεχίστε να διαβάζετε «Φθινοπωρινή ιστορία – Ξηρογιάννη Ασημίνα».

Το φεγγάρι – Ηλίας Κεφάλας

Στην Ελένη Λαδιά Γνωστή κι αυτή η αλήθεια από πολλούς αρχαίους συγγραφείς: οι Θεσσαλές γυναίκες τηντέχνη της μαγείας γνώριζαν και κατεβάζαν τοφεγγάρι στην αυλή τους, κάνοντας το υπαίθριο αλωνάκι μυστικό ναό. Έτσι κι απόψε που βλέπωαυτό το υπέρλαμπρο φεγγάρι να θωπεύει το βουνό κι ύστερα να κατεβαίνει στα δρομάκιατων χωριών, σαν λυπημένο πρόσωπο παιδιούπου χάθηκε,Συνεχίστε να διαβάζετε «Το φεγγάρι – Ηλίας Κεφάλας».

Το βλέμμα του Οδυσσέα -Θεόδωρος Αγγελοπουλος

Σαν σήμερα το 1995 , προβάλλεται για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους το βλέμμα του Οδυσσέα. Μια ταινία σταθμός στην ποιητική του Θ. Αγγελόπουλου , που κέρδισε το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών. Η υπέροχη, αριστουργηματική μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, μόνιμης συνεργάτιδας του σκηνοθέτη.

Μιχάλης Κατσαρός – Θα σας περιμένω

Θὰ σᾶς περιμένω Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος-Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μουἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφοροςχαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες. Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σαςπίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σαςἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθηὁ ἄνεμοςΣυνεχίστε να διαβάζετε «Μιχάλης Κατσαρός – Θα σας περιμένω».

Χειραψία..

Λίγο πριν ξαπλώσουμε στην άμμοαποφασίσαμενα ξαναγνωριστούμε.Έλα να συστηθούμε, μου είπες.Σου έδωσα το χέρι μουτρεμάμενο σαν φλόγασε καντήλι που ξοδεύτηκε το λάδι.Μαζί του όμωςσου έδωσα μια υπόσχεσηκαθώς η αλμύρα έψηνε πλέοντα δροσερά μας χείλη.Μα δεν ξεχνούσαμε -κανείς μας-τους όρκους κάτω απ’τα βότσαλα,των κυμάτων τον χορό,και την ανάσατης δικής μας σιγουριάς. Ένα καράβι έπλεε στο βάθοςκαι τοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Χειραψία..».

Παρουσία..

Στο παλιό σπίτι με τον κήπομόνη η πολυθρόνα η βυσσινιάοι ρωγμές είναι ακόμη ορατές.Στην άδεια κάμαραένα κερί ανασαίνει,το αρχοντικό δεσπόζειλάμπει το σερβίτσιο στο σαλόνι. Ήλπιζα πως θα σ’ έβλεπα εκεί.