Ο εξανθρωπισμός τού αιώνιου διαμέσου της Τέχνης, της Αθανασίας Γιασουμή

Ζούμε «αισίως» την μακροημέρευση του εφήμερου. Ξυπνάμε, κοιμόμαστε, αναπαραγόμαστε. Στο ενδιάμεσο ψωνίζουμε είδη πρώτης ανάγκης, δεύτερης ανάγκης, τρίτης ανάγκης. Οι ανάγκες μας σε γκρο πλάν. Υπάρχουμε ως καταναλωτές επί παραγγελία βίου. Λαίμαργοι στις μεταξύ μας σχέσεις, αλλά, κυρίως, στη σχέση μας με τον καθρέφτη. Ταχυφαγάδες συναισθημάτων, αιτητές τής εκ των ετέρων αποδοχής. Σου δίνω γιατί θέλω να πάρω. Παίρνω γιατί σου έδωσα κάποτε. Ο παραλογισμός ντυμένος το κοστούμι της λογικής.

Μεγαλώνουμε μόνο στα χρόνια. Για το αιώνιο ή έστω το διαχρονικό ούτε καν λόγος, ή μάλλον… Πολύς λόγος. Υπάρχουν δυο τρόποι υπεκφυγής: ο ένας είναι η σιωπή. Ο άλλος, η αδολεσχία. Ή που δε θα μιλήσω καθόλου για εκείνο που με υπερβαίνει ή που θα το εκθέσω μέχρι εξάντλησης. Μέχρι που να μην ξέρω τι πραγματικά θέλω να πω. Ο πρώτος τρόπος δηλώνει συμμετοχή στο πάσχειν. Ο δεύτερος τρόπος, ένα οιονεί ενέργημα που του λείπει, όμως, εν τέλει η πράξη. Κοινό γνώρισμα και των δύο: η έλλειψη μέτρου. Δεν έχουμε φτιαχτεί μήτε για να μονάζουμε μήτε για να εξευτελιζόμαστε, για να παραφράσω τον ποιητή, «μες την πολλήν συνάφειαν του κόσμου».
Γιατί, τέλος πάντων, έχουμε φτιαχτεί; Ένας άνθρωπος δεν θα’ πρεπε να’ναι μόνο τα πάθη του αλλά κυρίως η υπέρβασή τους. Μέσα από εκείνην γεννιούνται οι δραστηριότητες- λέγε τες τέχνες- που τον ανυψώνουν από το εφήμερο στο παντοτινό.
Και η υπέρβαση επιτυγχάνεται, πρωτίστως, όχι με την καθυπόταξη αλλά με την κατανόηση των αναγκών από τον εν εξελίξει άνθρωπο. Η τέχνη προκύπτει ως άφεση εαυτού. Ο εαυτός μου ως σώμα. Ο εαυτός μου ως πνεύμα. Ο εαυτός μου ως αρμονία ετερόκλητων παθημάτων κι ενεργημάτων. Ο άνθρωπος ως διπλός ορισμός: Είμαι οι ανάγκες μου. Είμαι οι σκέψεις μου. Σωματοποιώ τα διανοήματά μου και τους δίνω υπόσταση. Διανοούμαι επί του σώματός μου και μαθαίνω πώς νικιέται η φθορά. Ο εαυτός–μοιάζει εν τέλει- σαν ένα νόμισμα που το διεκδικούν δύο όψεις και το κερδίζει μία ευχή: η αθανασία. Πέφτω στο σιντριβάνι της ύπαρξης για να βραχώ αμφίπλευρα.

Η τέχνη είναι το άλλο όνομα της παραγωγής. Ή, εκείνου που ο Πλάτων θα ονόμαζε «ποίηση» με την ευρύτερη έννοια. Φέρνω στην ύπαρξη εκείνο που κειτόταν στην ανυπαρξία. Τα «ποιήματά μου» είμαι εγώ. Με παράγω για να με καταναλώσω. Όχι με τη στείρα σημασία του «ξοδεύω εαυτό», αλλά με την έννοια πως με γεννάω πρώτα άυλο μέσα μου, στην κατανόησή μου, κι ακολούθως με εκθέτω ένυλο, για να κριθώ. Η εξωτερίκευση προϋποθέτει υπέρβαση φοβιών. Η υπέρβαση φοβιών προϋποθέτει αποδοχή τής όποιας αδυναμίας. Τρανώνομαι, όταν αποδεχτώ την τρωτότητά μου, διότι η αποδοχή της μού επιτρέπει να αγαπήσω τη φύση μου: Τον άνθρωπο που ενσαρκώνω αλλά κι εκείνον τον οποίον συναναστρέφομαι. Ο κύκλος μου αρχίζει και καταλήγει στο ίδιο σημείο: Εκείνο που με άρχει και που με τελειώνει είναι η ελευθερία μου να διαγράψω τον κύκλο ξανά και ξανά.

Η απόλυτη υπαγωγή του ανθρώπου στο αναγκαίο δεν είναι κατ’ ανάγκην ευχάριστη. Η μακροημέρευση του εφήμερου μπορεί να έχει την όψη του διαχρονικού. Της λείπει, όμως, η ουσία του. Ο άνθρωπος κατάφερε να εξυψωθεί όποτε εξανθρώπισε το αιώνιο. Κι αυτό το πέτυχε μονάχα διαμέσου της ελευθερίας που του παρέχει η Τέχνη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: