Ζαχαροπλαστείο Ορφέας – Πάνος Μπούσαλης

Έφερε μια γυρα το μαγαζί και άδειασε όλα τα τασάκια. Τα καφέ Ηλιοτρόπιο ήταν μισογεμάτο από φοιτητόκοσμο κυρίως, που έπινε τα μεσημεριανό καφεδάκι του.

Μετά από το καθάρισμα των τραπεζιών που είχαν μόλις αδειάσει, επισκέφτηκε τα τραπέζια που ήταν στην αρμοδιότητά της και ζήτησε ευγενικά από τους θαμώνες να την πληρώσουν, καθώς άλλαζε η βάρδια και σχολούσε. Το αφεντικό της απέδωσε τα κερδισμένα πουρμπουάρ, αυτή κρέμασε την ποδιά της στην αποθηκούλα, φόρεσε το τζιν μπουφάν της, χαιρέτησε τα κορίτσια της επόμενης βάρδιας και βγήκε στην Φθινοπωρινή πόλη που ακόμα δεν είχε σκοτώσει το καλοκαίρι μέσα της και τα μεσημέρια σήκωνε θερμοκρασίες πάνω από τους είκοσι του κελσίου.

Ήταν φοιτήτρια στο 5ο έτος, τέσσερα τα κανονικά της φιλολογίας κι ένα μπόνους για να τελειώσει την διπλωματική της και να ξεμπερδέψει με τα 4 μαθήματα που της είχαν μείνει. Λογικά θα τα προλάβαινε ως το Γενάρη, Φλεβάρη.

Μετά ούτε και ήξερε τι θα κάνει. Να μείνει για διδακτορικό στην Θεσσαλονίκη, όπως της είχε προτείνει ο επιβλέπων της διπλωματικής της; Να κατέβει Αθήνα και να ανοίξει φροντιστήριο όπως της είχε προτείνει μια φίλη της που τελείωσε ένα εξάμηνο νωρίτερα; Να δώσει εξετάσεις ΑΣΕΠ και να πάρει σβάρνα τα νησιά ως δασκάλα; Πολλές εναλλακτικές και καμία δεν την ικανοποιούσε ολότελα.

Αυτή άλλο σαράκι την τρύγαγε. Είχε γραφτεί σε μια θεατρική ομάδα από τα μέσα της προηγούμενης χρονιάς. Αυτοσχεδιασμός, θέατρο δρόμου, χορός, και μια παράσταση – οι ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ-

τον Μάη στο μικρό αμφιθέατρο του Πολυτεχνείου.

Είχε λατρέψει τον ρόλο της Γουίνι που την είχε παιδεψει τόσο πολύ μέχρι να πείσει τον εαυτό της πως μπορεί να ανταπεξέλθει στοιχειωδώς. Εκεί στη μέση της στέρφας πεδιάδας, χωμένη στον λόφο που την κατάπινε μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ, να ζει – μαζί με τον αγκυλωμένο, αμίλητο, μονολεκτικό, σχεδόν αθέατο Γουίλι – την ίδια και απαράλλαχτη ακολουθία γεγονότων που εμμονικά επαναλαμβανόταν, πλέκοντας τελετουργικά

«ευτυχισμένες μέρες» με στίχους κλασικών ποιητών. Με προσευχές.

Μονολογώντας αδιάκοπα, κωπηλατώντας αργά μέσα στον σαδιστικό χρόνο και σφίγγοντας το πιστόλι γερά μέσα στην τσάντα της.

Τον ρόλο του Γουίλι είχε πάρει ο Ηλίας , τελειόφοιτος μαθηματικός, δυο χρόνια μεγαλύτερος της και με παρουσία πληθωρική, με αντιφάσεις που είχαν συγκινήσει την Ιωάννα.

Μελαμψός με σαρακήνικο παρουσιαστικό και αρενωπό φυζικ. Πέρα από το θέατρο και τα μαθηματικά η άλλη του μεγάλη αγάπη ήταν η λύρα. Τον είχε ακούσει μια φορα να παίζει, σε ένα μουσικοθεατρικό αυτοσχεδιασμό που είχε παρουσιάσει στη Ναυαρίνου. Την συνεπήρε η νευρική και επιδέξια βύθιση του δοξαριού που έσκαβε τις χορδές και έβγαζε αυτόν τον άλλοτε βραχνό, άλλοτε λαγαρό, υψίφωνο ή μεσόφωνο ήχο, λιωμμένο χρυσάφι στα αυτιά της.

Ήταν ερωτευμένη σιωπηρά. Είχαν αλλάξει ρόλους κι ήταν αυτή ο Γουίλι στην πραγματική ζωή, παρατηρούσε υπνωτισμένη την τελετουργία της ζωής του Ηλία, τους αλγόριθμούς του να δρασκελούν τη μάντρα και να αρπάζονται με τον Σαίξπηρ, με λύσσα αντίζηλων εραστών που έχοντας ερωτευτεί το ίδιο αντικείμενο, ερωτεύονται έμμεσα ο ένας τον άλλο.

Όταν της μιλούσε ενώ ήθελε να ξεδιπλώσει τις χάρες της, να του δείξει τα εσωτερικά διαμερίσματα, τον κήπο στον ακάλυπτο χώρο της , έχανε την αυτοκυριαρχία της, τα λόγια της, και γινόταν έως και απότομη, μονολεκτική, αποστασιοποιημένη, σκληρή.

Την τελευταία φορά όμως που βρέθηκαν για την πρόβα του Σέξπηρικού » Όπως αγάπάτε » έκανε όλη τη δουλειά γι αυτήν ο μέγας Ουίλιαμ.

Σε κάποια σκηνή, Ροζαλίντα αυτή, Ορλάνδος ο Ηλίας, μετά τον θρίαμβο του Ορλάνδου επί του αντίπαλου θηριώδη παλαιστή, αυτή τον πλησιάζει και του λέει «Κύριε, έχετε παλέψει πολύ καλά και έχετε νικήσει κάτι περισσότερο από τους εχθρούς σας», υπονοώντας πως κέρδισε και την καρδιά της. Και είναι τότε που ο Ορλάνδος λέει το αμίμητο:

«Φτωχέ Ορλάνδε , έχεις συντριβεί.»

Έρωτας..

Εκεί, σ’ αυτές τις γραμμές του θεατρικού, ξέχασε πως παίζει έναν ρόλο, αυτό άλλωστε δεν ζητούν οι σκηνοθέτες;

Ξέχασε πως ήταν η Ιωάννα, η μάλλον η Ροζαλίντα έγινε Ιωάννα και αφέθηκε στην γοτεία του Ηλία – Ορλάντου. Του προσέφερε την μικρή αλυσίδα που είχε στο λαιμό και ένα βλέμμα- βήμα προς το ανομολόγητο που θα έκανε και τον Σέξπηρ να ξαναπεί » ο έρως προς τον έρωτα λαχταριστός βαδίζει»,

Έφερνε ξανά και ξανά στο νου της αυτή τη σκηνή την τελευταία εβδομάδα και ανυπομονούσε για την επόμενη πρόβα και την βόλτα που είχαν πει πως θα έκαναν αργότερα ως την Άνω πόλη, που είχε στηθεί ένα αυτοδιαχειριζόμενο παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων. Περσι που είχε επισκεφθεί μόνης της το παζαράκι, άλλωστε έμενε πολύ κοντά, είχε ψαρέψει την θεία Κωμωδία του Δάντη σε εξαιρετική κατάσταση και τιμή, και την Προδοσία του Πίντερ στην αγγλόφωνη έκδοσή της, αφού της άρεσε να διαβάζει στην γλώσσα του συγγραφέα όταν πρόκειται για αγγλικό η ισπανικό έργο, γλώσσες οικείες σε αυτήν .

Δέκα λεπτά μετά ανηφόριζε την Ιουλιανού του παραβάτου για να πιάσει την Ολυμπιάδος και να καταλήξει στη Σακελαρίου, στο μικρό δρομάκι οπου βρισκόταν το σπίτι της.

Ενα διώροφο παλιό οίκημα χωρισμένο σε τέσσερα διαμερίσματα Το δικό της βρισκόταν στην πάνω και μπροστά μεριά του κτιρίου, και έβλεπε στον πλακόστρωτο δρόμο που οδηγούσε σε σκαλάκια, σήμα κατατεθέν της Άνω Πόλης.

Όταν μπήκε στο διαμέρισμά της, έβαλε να πιει ένα ποτήρι νερό και έβγαλε βιαστικά τα ρούχα της δουλειάς ή της δουγιάς όπως σχεδόν το πρόφερε, καθώς και ο ήλιος της ακουγόταν περισσότερα ήγιος, χαριτωμένη και αθώα παράβαση, τι μόνο ο Ιουλιανός θα έκανε κουτσουκέλες;

Έμεινε λίγο στο δροσερό σαλόνι, ξαπλωμένη στον καναπέ με τα εσώρουχα. Το ψηλό, λευκό, ζουμερό κορμί της τεντιωνόταν και συσπώνταν. Απόδιωχνε την κούραση και την ορθοστασία, με τα πέλματα ακουμπισμένα στο απέναντι μπράτσο του καναπέ, τις μακριές γάμπες και τους χυτούς μηρούς της να σχηματίζουν γωνία 30 μοιρών με το υπόλοιπο σώμα της. Άραγε θα άρεσε στον Ηλία αυτή η γεωμετρία;

Παραδινόταν σε έναν ύπνο ήσυχο και ανάλαφρο, έχοντας αγκαλιάσει ένα μαξιλάρι κεντημένο από την γιαγιά της. Η αθωότητα της παιδικής ηλικίας που ξύπναγε το κειμήλιο έφτιαχνε ωραίο χαρμάνι με τη λάγνα φύση της γυναίκας που ηλέκτριζε και σπάρασσε το κορμί της.

Τα βλέφαρα πετάρισαν, μπήκε στο όνειρο γυμνή. Θίασος. Κόσμος.

Ένας πίνακας με λατινικά αποφθέγματα, μαθηματικές εξισώσεις Ενας παιδικός της φίλος υποβολέας, ένας καθηγητής της σκηνοθέτης που στην πορεία αλλαξε ρόλο, ήταν γκαρσόν , σέρβιρε τους θεατές από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ο Ηλίας, Κένταυρος, κυνηγούσε τα κορίτσια του θιάσου και γελούσε τρανταχτά. Πέρασε από δίπλα της δεν της έδωσε σημασία, πείσμωσε, άρχισε να χορεύει με όλη τη γύμνια της σε έκταση, με τις θηλές της τεταμένες να δέονται, να σπαθίζουν τον πηχτό αέρα του ονείρου. Σε κάθε βήμα της τιναζόταν και μια σανίδα από τη σκηνη, υποχώρησε ολόκληρη, δεν την χρειαζόταν, πετούσε και περιστρεφόταν, έφτιαξε κουκούλι και τύλιξε τον Κένταυρο που τώρα ήταν άγαλμα ασάλευτο, μόνο τα χέρια του κουνούσε, την έπιασε, την έσφιξε επάνω στην μαρμάρινη σκληρή επιφάνειά του, ρίγησε, άρχισε να τον γλύφει, όπου έγλυφε ξαναγινόταν σάρκα αλμυρή, βρέθηκαν ξαφνικά σε υγρή σπηλιά που φωτιζόταν από μικρά φωτάκια σαν πυγολαμπίδες, σαν πλανητάριο με αποτυπωμένο τον έναστρο ουρανό, τον Σείριο, τον κυνηγό Ωρίωνα να έχει πάρει ξοπίσω, αιώνιο κατόπι τις Πλειάδες να τοξεύει και να χύνεται στα στήθη τους το ζωογόνο γάλα του γαλαξία.

Κολύμπησε έξω από τη σπηλιά, την ακολούθησε ο ξαναγεννημένος Ορλάνδος, ο Ρωμαίος, ο Πάρης, ο Διόνυσος ο Ορφέας. Ναι από όλους τους ρόλους, αυτόν διαλεξε ο πόθος της. Τον ένιωσε να ανασαίνει στο λαιμό της, να τινάζει το δοξάρι του στα τρικυμισμένα έγκατα της,

Κραυγή φωτός την παρέλυσε. Παρέδωσαν οι Φράγκοι στους Σαρακηνούς.

Ξύπνησε λίγο αργότερα ήρεμη και απάνεμη. Σώμα, γλυκό σοροπιαστό σκόρπισε το φρέσκο του άρωμα. Έπιασε το κινητό της να δει την ώρα.

Ήταν 6 το απόγευμα, σε μια ώρα θα έπρεπε να είναι στο θεατρικό εργαστήριο. Είχε και ένα μήνυμα. Ο Ηλίας. Είχε ένα αστεία ατύχημα. Όχι κάτι σοβαρό. Να μην ανησυχήσει. Έκανε ποδήλατο στην παραλία, πετάχτηκε ένα παιδί μπροστά του, έστριψε απότομα αριστερά και έπεσε στον Θερμαϊκό. Τράνταξε μόνο το σβέρκο του και τη μέση του με την πτώση. Θα έβαζε έναν νάρθηκα, μια ζώνη στη μέση και θα έμενε μια βδομάδα άγαλμα για να ξαναγίνει άνθρωπος

Ήταν σπίτι του, της πρότεινε αν θέλει να πάει από εκεί μιας και δεν θα γινόταν πρόβα, για να του κάνει λίγη παρέα, να δουν κάποια ταινία, αν ήθελε κι αυτή.

Του αποκρίθηκε αμέσως θετικά. Της έστειλε τη διεύθυνση.

«Εμπραρ Ερνέστου 15, στον Φραγκομαχαλά, δίπλα από το ζαχαροπλαστείο «Ορφέας» . Σε περιμένω»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: